Παλιά και νέα μέτωπα μπορεί να ενεργοποιήσει η συζητούμενη χαλάρωση των προϋποθέσεων για την εμπορία ιδιοπαραγόμενων προϊόντων από επαγγελματίες αγρότες, συνεταιρισμούς και οργανώσεις παραγωγών.

Συναφές νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών που κατατέθηκε στη βουλή θα διευκολύνει τη διακίνηση οικοτεχνικού τσίπουρου (ή ρακιού ή «στροφλιάς» κατά μία τηνιακή εκδοχή ή τσικουδιάς) σε υπαίθριες αγορές, με προϋπόθεση τη δήλωση ποσότητας στα κατά τόπους τελωνεία και την άδεια του Γενικού Χημείου.

Αυτό μπορεί να σχηματίσει μια νέα φορολογητέα ύλη διαφεύγουσα σήμερα για αρκετά προϊόντα. Η «διευκόλυνση» των μη επίσημων παραγωγών όμως, σύμφωνα με μερίδα τού Τύπου, θα προκαλέσει αντίδραση της Κομισιόν και των εν Ελλάδι αποσταγματικών επιχειρήσεων, ελληνικών και μη, οι οποίες θα επικαλεσθούν αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έτσι ή αλλοιώς, θέλει να περιορίσει την οικοτεχνική παραγωγή/διακίνηση στα κράτη-μέλη, ειδικά στον ευρωπαϊκό νότο και δεν έχει εντάξει το ελληνικό ρακί στον επίσημο κατάλογο της ΕΕ με προστατευόμενα παραδοσιακά ποτά όπως είχε κάνει με το ούζο και το τούρκικο ρακί. Τα παραδοσιακά έχουν τον μισό φόρο από τα βιομηχανικά.

Αυθεντικό…Βαλκανίων

Εν τούτοις, με μισό φόρο επιβαρύνεται το ρακί για ιδιοκατανάλωση, το οποίο τοπικοί αμπελοκτήμονες αποστάζουν, οι γνωστοί και στην Τήνο «διήμεροι» (λόγω 48ωρης άδειας να αποστάζουν).

Οι διακινούμενες χύμα ποσότητες όμως, κατά την Κομισιόν, είναι δυσανάλογα μεγαλύτερες από εκείνες τις οποίες καταγράφουν οι άδειες. Το μεγαλύτερο μέρος τους, βεβαίως, διοχετεύεται στο αφορολόγητο εμπόριο.

Διαθέτοντας εδώ και χρόνια ανάλογα στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε πρόπερσι από την Αθήνα να εξισώσει τον φόρο στο ρακί με εκείνον των βιομηχανικών ποτών, δηλαδή να τον διπλασιάσει.

Όταν μάλιστα εντόπισε και εισαγωγές χύμα τσίπουρου από τα Βαλκάνια που διοχετεύθηκαν στο παρεμπόριο ως αυθεντικό ελληνικό ρακί, η παρότρυνση της Κομισιόν προς την Αθήνα για υπερφορολόγηση έγινε απαίτηση.

Τάξη στην αγορά και στα μητρώα

Απαντώντας σήμερα στις διαμαρτυρίες για την υποστήριξη των ιδιοπαραγόμενων, το υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιό του («περί αλλαγών στο υπαίθριο εμπόριο και εκσυγχρονισμού τής νομοθεσίας επιμελητηρίων») θα τακτοποιήσει την αγορά.

«Θα βάλει τάξη στην υπαίθρια εμπορία, αφού θα καθιερώσει μία μόνο κατηγορία αδειών αντί των πολλών που υπάρχουν μέχρι σήμερα…Κάθε δραστηριότητα θα ελέγχεται, κάθε προϊόν θα κατοχυρώνεται και κάθε εμπορευόμενος παραγωγός θα καταχωρείται σε ένα μόνο ηλεκτρονικό μητρώο» λένε υπηρεσιακοί παράγοντες του υπουργείου.

Ενοποίηση των μητρώων και απλοποίηση της κατοχύρωσης των οικοτεχνικών προϊόντων είχε ανακοινωθεί από τον προηγούμενο Ιούλιο.

Ωστόσο, ουδείς αποκλείει ενδεχόμενα εμπλοκών στην αγορά μετά από την ψήφιση του νομοσχεδίου – ούτε το υπουργείο. Γι’ αυτό με τον νόμο καθιερώνονται συλλογικά όργανα και θεσμικές διαβουλεύσεις, για τη διαχείριση προβλημάτων από την εφαρμογή του.

Τζίροι και κοινωνική πολιτική

Μεταξύ των πολιτικών στόχων οικονομικών επιτελών είναι η απόκρουση του ενδεχομένου – τα οικοτεχνικά προϊόντα, λόγω επιβάρυνσης ή ουσιαστικής απαγόρευσής τους στο εσωτερικό, να «φυγαδεύονται» απαξιωμένα στο εξωτερικό, να συσκευάζονται εκεί και να αποκτούν προστιθέμενη αξία που θα χάνει η Ελλάδα.

Η στήριξη της ιδιοπαραγωγής και της εμπορίας προϊόντων όπως το ρακί στην εσωτερική αγορά δημιουργεί τζίρους και θέσεις εργασίας – θεωρούν στο υπουργείο, καθώς και ότι «η διευκόλυνση της άσκησης υπαίθριου εμπορίου από μακροχρονίως ανέργους και ειδικές ή ευπαθείς ομάδες τού πληθυσμού συνιστά παραγωγική κοινωνική πολιτική».

Εν τω μεταξύ, οι κεντρικές οικονομικές υπηρεσίες και οι Περιφέρειες έχουν να διαχειρισθούν τουλάχιστον έναν ανοικτό πόλεμο στη Θεσσαλία μεταξύ επίσημων αποσταγματοποιών τσίπουρου και ιδιοπαραγωγών αλλά και μικρούς «εμφυλίους» καζανάδων που δραστηριοποιούνται σε γειτονικούς νομούς και κοντινές περιοχές.

Ήπια είναι τα πράγματα στην Κρήτη, καθώς οι συσχετισμοί -για πολλούς λόγους- σταθεροποιούνται πιο εύκολα, αν και οι επίσημοι αποσταγματοποιοί έχουν προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εναντίον των «άλλων». Πιο ομαλά (και λόγω μικρών ποσοτήτων) είναι τα πράγματα στις Κυκλάδες.