Κηδεύθηκε χθες από το νεκροταφείο Ζωγράφου ο ηθοποιός Βαγγέλης  Κομματάς γνωστός με το καλλιτεχνικό Κατσουλίνος, μεγάλη φυσιογνωμία των μπουλουκιών, των «νομάδων» ηθοποιών τού λαϊκού θεάτρου που, από την εποχή τού μεσοπολέμου, τριγυρνούσαν τη ρημαγμένη χώρα και την ψυχαγωγούσαν για να ζήσουν.

Ήταν ογδονταπέντε ετών. Βεντέττα-μπουλουκτσής από την εποχή ακόμη που σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό κάποιος μπορούσε να δει θέατρο, μια παράσταση, δίνοντας στον ταμία τού θιάσου μια κότα ή λίγα αυγά.

Η αλλαγή των συνθηκών στην κοινωνία και στο εμπόριο του θεάματος έφερε αυτό τον δυσκολεμένο και σεμνό άνθρωπο στην Τήνο, στα μέσα-τέλη τής δεκαετίας τού 1960. Στο «πρώτο κέντρο», στον άγιο Φωκά.

Πάντα συντροφεμένο από την αγάπη του:  Την Αγγελική Αγγελοπούλου, την πασίγνωστη επί δεκαετίες θεατρική πρωταγωνίστρια στην Αθήνα Μπέμπα  Δόξα (δεξιά οι δυο τους από την εφημερίδα Esspreso).

«Μαμά γιατί τη φωνάζει Μπέμπα αφού είναι μεγάλη;» ρωτούσε μια μπέμπα τη μαμά της κάθε καλοκαίρι που έτρωγε στην ταβέρνα τού Κατσουλίνου, μέχρι που μεγάλωσε και κείνη. «Τη λέει έτσι επειδή την αγαπάει πολύ» απαντούσε κάθε καλοκαίρι η μαμά τής μικρής.

Της τόκας

Την αγαπούσε πολύ την «κυρία Μπέμπα» του που τον λάτρευε, τον καμάρωνε και… τον ζήλευε. Αγαπούσε τη Μπέμπα που πάντα ήταν καρτερικά κοντά του, σ’όλα τα δύσκολα και στα πιο δύσκολα.

Ο «κυρ-Βαγγέλης» (ίσα-ίσα σαρανταρισμένος) έφτασε στην Τήνο κι’ έγινε ταβερνιάρης…αλλά τι ταβερνιάρης…Πεντακάθαρος και περιποιημένος, καθημερινά ξυρισμένος-κολωνιαρισμένος, με μπριγιαντίνη στο μαλλί, με τη χρυσή ταυτότητά του. Με σιδερωμένο χαβανέζικο πουκάμισο και άσπρο λινό παντελόνι (κι’ ήταν και στην κουζίνα), σαν έτοιμος να βγει στη σκηνή. Πάντα «της τόκας». Αν και λιγομίλητος, πάντα έτοιμος να πει ιστορίες. Όχι για τον εαυτό του και τη σπουδαιότητά του.

Όχι για να επιδειχθεί. Όχι για την παλιά ζωή του(ς) κάτω από τα φώτα. Μόνο για την Τέχνη του. Και για τη χαρά τής διήγησης. Μιλούσε με λόγια που δεν είχαν άλλοι της εποχής, με τρόπο που δεν είχαν άλλοι. Ήταν πάντα ευγενικός. Υπομονετικός ακόμη και με τους ξιπασμένους γονείς και με απαιτητικά, κακομαθημένα παιδάκια.

Αυλαία με διαφήμιση

Άφησε την Τήνο μετά τις αρχές τής δεκαετίας τού ΄80. Στην Αθήνα κυνηγούσε παραστασούλες, παραστάσεις και ρόλους σε θέατρα και αναψυκτήρια. Μετά έψαχνε σύνταξη – τα πράγματα είχαν αλλάξει καθοριστικά. Ύστερα αρρώστησε η Μπέμπα και -δέκα χρόνια μετά, το 2000- έφυγε. Η ψυχή του άδειασε: «…Πάντα μας έλειπαν πολλά αλλά πάντα είχαμε την αγάπη μας και πολύ γέλιο. Τώρα;»

Το πάλευε όμως για δεκαπέντε χρόνια, με τη στήριξη ολίγων, πρωτίστως τής Άννας Φόνσου αλλά η ζωή γινόταν ανυπόφορη. Του φύλαγε όμως ένα τελευταίο χειροκρότημα. Για να πέσει η αυλαία:

Το 2009 προτιμήθηκε από διαφημιστική εταιρία για διαφήμιση Τράπεζας (κεντρική φωτό). Κι’ έγινε πιο γνωστός απ’ όσο επί εξήντα χρόνια στο σανίδι ή επί τριάντα ως «πρώτη φίρμα».

Ανέπνευσε για τελευταία φορά στο Γηροκομείο Αθηνών. Στις 5 Σεπτεμβρίου πήγε προς την «κυρία Μπέμπα» του…