Ως αντισυνταγματική και αντίθετη στην ευρωπαϊκή νομοθεσία προσβάλλουν την από 19ης Μαίου απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων (ΕΕΥ) εργαζόμενοι στην ύδρευση της Θεσσαλονίκης (ΕΥΑΘ) και άλλοι πολίτες, μεταξύ των οποίων και από την Τήνο.

Βάσει τής απόφασης, από τις αρχές τού 2018 η κατανάλωση νερού θα κοστολογείται/τιμολογείται ενιαία, με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα. Το τέλος θα είναι «πανελλαδικό». Στο σχετικό κείμενο δεν υπάρχει αναφορά στις κρατικές επιδοτήσεις που λαμβάνουν οι δήμοι για να διαχειρίζονται τα ύδατα και, ειδικά στα νησιά, για να αντιμετωπίζουν τη λειψυδρία.

Οι προσφεύγοντες στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ζητούν να ακυρωθεί η απόφαση της ΕΕΥ και αναμένουν τον ορισμό δικασίμου. Θεωρούν ότι η Επιτροπή επιβάλλει χωρίς διάλογο κανόνες βασισμένους στον οικονομισμό αντί στην περιβαλλοντική ευθύνη και στην κοινωνική ευαισθησία.

Πολίτες και εργαζόμενοι στην ΕΥΑΘ υποστηρίζουν ότι η απόφαση αντίκειται σε διατάξεις τού συντάγματος που αναφέρονται σ’ εκείνη τής ολομέλειας του ΣτΕ από το 2014. Τότε η ολομέλεια είχε ακυρώσει την απόφαση της διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων από το 2012), η οποία εκχωρούσε την πλειοψηφία των μετοχών τής εταιρίας ύδρευσης στην Αθήνα (ΕΥΔΑΠ) στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας τού Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ).

Στον αντίποδα του νόμου

Η vista μίλησε με τον εκ των δικηγόρων των προσφευγόντων εργαζομένων στην ΕΥΑΘ και πολιτών Αλέξανδρο Σαρηβαλάση, ο οποίος δήλωσε πως η απόφαση της ΕΕΥ παρακάμπτει τη σχετική οδηγία 2000/60/ΕΚ τής ΕΕ, η οποία είναι ενσωματωμένη στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο  3199/2003 και με το προεδρικό διάταγμα 51/2007. «Κινείται στον αντίποδά τους» λέει.

Συνοπτικά, ο νομικός εξηγεί πως «η νομοθετημένη στην Ελλάδα κοινοτική οδηγία επιβάλλει κανόνες για την ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων στα κράτη-μέλη τής ΕΕ με στόχο την προστασία τού μείζονος δημοσίου αγαθού, του νερού».

Τέτοιοι κανόνες αναφέρονται και στις διαφοροποιήσεις στη σώρευση και στη χρήση των υδάτων από τόπο σε τόπο, στην προστασία και την αξιοποίησή τους με βάση λ.χ. ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των λεκανών απορροής ή το περιφερειακό σχέδιο διαχείρισης (της Περιφέρειας νοτίου Αιγαίου όσον αφορά την Τήνο).

Οι διαφορές από τόπο σε τόπο είναι εύλογο να υπόκεινται σε διαφορετικές τιμολογήσεις. Η υποχρεωτική ενιαία σε ολόκληρη την Ελλάδα όμως παρακάμπτει τα νομικά και τα λογικά δεδομένα. Επιπλέον, η απόφαση της ΕΕΥ δεν περιλαμβάνει εργαλεία για την προστασία τού αγαθού όπως λ.χ η υποχρέωση κάποιου να πληρώνει πρόστιμα όταν ρυπαίνει ή καταστρέφει υδάτινους πόρους.

«Ιδιωτικά δίκτυα» και «πλήρης ανάκτηση»

Ειδική μνεία κάνει ο κ.Σαρηβαλάσης στα «ιδιωτικά οργανωμένα συλλογικά δίκτυα παροχής υπηρεσιών ύδατος» που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τρόπο που προεξοφλεί τη διαχείριση του συστήματος ύδρευσης και την προσήλωση των διαχειριστών σε πολιτικές κέρδους.

Αυτό μπορεί να αυξήσει κατακόρυφα το κόστος τού νερού και όλα τα κόστη να μετακυλισθούν στην πλάτη των καταναλωτών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση της ΕΕΥ, τα «ιδιωτικά δίκτυα» πρέπει  «να ανακτούν πλήρως το συνολικό κόστος από τους χρήστες, περιλαμβανομένου του κόστους ευκαιρίας του επενδυμένου κεφαλαίου, του κόστους πόρου και του περιβαλλοντικού κόστους».

Πιο πρακτικά: Ο κ.Σαρηβαλάσης λέει στη vista πως η απόφαση της ΕΕΥ αναφέρει ότι «περιοδικά θα γίνονται αυξήσεις στα τέλη ύδρευσης, σε ποσοστό μέχρι και το διπλάσιο της κύμανσης του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ)». «Περιοδικά» όμως θα μπορούσε να σημαίνει λ.χ «κάθε τετράμηνο», οπότε η αύξηση μπορεί να είναι πιο μεγάλη απ’ εκείνη την οποία φαίνεται αρχικά να ορίζει η απόφαση.

Για τον δικηγόρο των προσφευγόντων κινδύνους περικλείει και το σημείο τής επίμαχης απόφασης που αναφέρεται στην περικοπή δαπανών από τους διαχειριστές όποτε χρειασθεί. Αυτό λέει ο νομικός, «θα μπορούσε να έχει αρνητική επίπτωση είτε στο καθεστώς εργασίας-αμοιβής και ασφάλισης του προσωπικού είτε στην ποιότητα των προσφερόμενων στους καταναλωτές υπηρεσιών».