«Οι Άθλιοι των Αθηνών» τού Ιωάννη Κονδυλάκη δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα «Εστία», σε συνέχειες από την 1η Ιουνίου ως τις 5 Νοεμβρίου τού 1894.

Ο συγγραφέας υπέγραφε το νατουραλιστικό μυθιστόρημά του με το ψευδώνυμο Βαρδής Γύπαρης και έδειχνε επηρρεασμένος από τους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ, από τον Φλωμπέρ, τον Μπαλζάκ και τον Ζολά.  Βασική ηρωίδα του έργου είναι η Μαριώρα, μια δεκαεξάχρονη κοπέλα από την Τήνο που μεταναστεύει το 1870 στην Αθήνα για να εργασθεί, να επιβιώσει, για να κάνει την προίκα της.

Στους τέσσερις τόμους του, ο Κονδυλάκης περιγράφει τις περιπέτειες της νεαρής στην τότε Αθήνα. Παρουσιάζει πλήθος χαρακτήρων, στηλιτεύει την ηθικοκοινωνική εξαθλίωση, την αδικία και τη διαφθορά με τις οποίες αναγκάζεται να βρίσκεται σε επαφή η αθώα Μαριώρα.

Η ηθική διδασκαλία συνοψίζεται -από την αρχή τού έργου- στη ρήση της μητέρας τής Μαριώρας «εις τας πόλεις ήσαν στημέναι πολλαί παγίδες κατά της αθωότητος και της αρετής. Πρέπει να δυσπιστής και να προσέχης».

Ο Κονδυλάκης χρησιμοποιεί απλή καθαρεύουσα γλώσσα και η αφηγηματική δεξιότητά του ήταν αναμφισβήτητη μέχρις ότου αντιμετώπισε την κριτική από τη δεκαετία τού 1960. Το έργο είναι μεγάλο και τα επιμέρους κεφάλαια αφιερώνονται σε κατά κανόνα αυτοτελή περιστατικά. Αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι η αρχική συγγραφή είχε να κάνει με επιφυλλίδα σε εφημερίδες.