Ενώπιον πυκνού ακροατηρίου παρουσίασε η αρχιτέκτονας και πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας Νατάσσα Γεωργούλια το βιβλίο της «Αγαπημένη μου Ουρανία», στην αίθουσα του αγίου Αντωνίου στην Παλλάδα.

Είπε ότι η ηρωίδα της και η ίδια «επέστρεψαν στο νησί και είναι πολύ συγκινημένες γι’ αυτό», υπογράμμισε ότι «πολλοί και πολλές από το ακροατήριο «είναι» μέσα στο βιβλίο μ’ ένα τρόπο» και ευχήθηκε «να αγαπήσουν την «Ουρανία» πολύ και οι εξ αίματος τηνιακοί και οι εξ έρωτος όπως η ίδια».

Ο ερευνητής και συγγραφέας Κώστας Δανούσης περιέγραψε το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον εντός τού οποίου εξελίσσεται η υπόθεση, ενώ η Ειρήνη Λαζούρα διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο. Η χορωδία τής Κώμης και η παιδική χορωδία tin-angels παρουσίασαν πρόγραμμα με αναφορές στην ξενιτιά, στη μετανάστευση και στη φιλοξενία, υπό τη διεύθυνση της Γεωργίας Μπακογιάννη.

Η στενή φίλη τής συγγραφέως Χρυσάνθη Κουτσουράκη ευχήθηκε το μυθιστόρημα να γίνει και σενάριο. Τόνισε δε ότι η συγγραφέας είχε μελετήσει πολύ πριν γράψει, όπως φαίνεται από το ότι οι μεταξύ τηνίων διάλογοι είναι γεμάτοι τόπους, τρόπους, εκφράσεις και ιδιοτυπίες που απαντώνται μόνο στην παλιά και στη «βαθιά» Τήνο. «Για μάθω κοντά στις πηγές μου χρειάσθηκε να ασχοληθώ με μαθήματα υφαντικής, μαγειρικής, αγγειοπλαστικής και με πολλά άλλα» έχει δηλώσει στη vista η συγγραφέας.

Η υπόθεση ξεκινά όταν μια δεκαεξάχρονη από την Τήνο, η Ουρανία μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, το 1887. Εκεί γίνεται υπηρέτριας μιας ρωμέϊκης οικογένειας, τα μέλη τής οποίας την αποκαλούν Σελέστ, με τη γαλλική εκδοχή τού ονόματός της, την «αριστοκρατική».

Στο περιβάλλον πλούτου που ζούσε, η μικρή υπηρέτρια ακούει και βλέπει όλα όσα ζούσαν οι κοπέλλες σαν και κείνη – οικονομικές μετανάστριες από την Τήνο ή τις υπόλοιπες Κυκλάδες. Μέσω τής ηρωίδας, η συγγραφέας αναμεταδίδει τη νοσταλγία και τον πόνο των μικρών υπηρετριών για τον τόπο και τους ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω, προκειμένου να επιβιώσουν ή να έχουν μια καλύτερη τύχη.

Οικονομική καταβύθιση και μετανάστευση

Τέτοια τύχη δεν είχαν αυτές οι μικρές γυναίκες στην Τήνο από το μέσον τού δέκατου ένατου αιώνα (1800-1900), όπως εξήγησε ο κ.Δανούσης . Η καταστροφή τής κερδοφόρας σηροτροφίας στο νησί και η καταβύθιση του εμπορίου λόγω τής ακμής της γειτονικής Σύρου δημιούργησαν πρόβλημα επιβίωσης στον πληθυσμό.

Πολλές οικογένειες αναγκάσθηκαν να στείλουν κάποιες από τις θυγατέρες τους στις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και αλλού. Κάπως έτσι βρέθηκε η Ουρανία στην ξενιτιά, επιβαρυμένη και με το καθήκον να στηρίζει τη μητέρα της που μαράζωνε από την απουσία.

Ωστόσο, η νοσταλγία πίεζε και την ίδια. Την εκτόνωνε όμως, γράφοντας πολύ συχνά στην αδελφή της. Κι’ αυτό αναδεικνύει το ότι η υπηρέτρια Ουρανία, η Σελέστ «έκανε κομπόδεμα» και μορφώθηκε όπως δεν θα μπορούσε στην Τήνο. Με ανάλογα επιχειρήματα παρηγορούσε τη μητέρα λέγοντας ότι η ζωή της θα ήταν πιο δύσκολη απ’ αυτήν τής υπηρέτριας σε μια πλούσιας οικογένειας.

Ενηλικιώνεται στην Πόλη αλλά, όσο γίνεται γυναίκα, η μοναξιά τη βαραίνει όλο και πιο πολύ. Ερωτεύεται, μένει έγκυος και ο άνδρας χάνεται. Ο έρωτας γίνεται αδιέξοδο. Μόνη αλλά «διπλή», η Ουρανία επιστρέφει στον τόπο της. Ξαναστήνει όπως-όπως τη ζωή της. Η κόρη της, που εν τω μεταξύ μεγαλώνει, επιμένει να ρωτά για τον πατέρα της.

Πρώτα οι «Άθλιοι» μετά η Ουρανία 

Η ηρωίδα δεν είναι πραγματικό πρόσωπο. Στο βιβλίο όμως κάποιος διακρίνει πολλά στοιχεία που συνδέονται με τη σχέση και με την ευεργετική δράση που έχει το πλούσιο πολίτικο ζεύγος Ζαρίφη στην Τήνο, που ιδρύει τη Ζαρίφειο Σχολή υφαντουργίας, το γνωστό σήμερα «Υφαντουργείο». Η Ουρανία εργάζεται στη νεοσύστατη σχολή. Πεθαίνει το 1936 και κόρη της συνεχίζει στη θέση της.

Μιλώντας για το ιστορικό περιβάλλον εκείνων των χρόνων, ο κ.Δανούσης είπε ότι το η «Αγαπημένη μου Ουρανία» περιγράφει αδρά την Τήνο και τη σχέση των ανθρώπων της με το εξωτερικό περιβάλλον κατά την περίοδο 1885-1965.

Κατά τον ιστορικό, το βιβλίο τής Γεωργούλια είναι μόλις το δεύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφεί για το κοινωνικό περιβάλλον στην Τήνο και για την οικονομική μετανάστευση από το νησί μετά από τους «Άθλιους των Αθηνών» τού Ιωάννη Κονδυλάκη (1895).

Η έρευνα της συγγραφέως στην Τήνο βασίσθηκε κυρίως στον πλούτο στοιχείων εποχής που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη τού νησιού.  Η μελέτη και η ολοκλήρωση του βιβλίου κράτησαν πέντε χρόνια και απορρόφησαν σχεδόν ολόκληρο τον εξωεργασιακό χρόνο της, κατά την παραμονή της στην Τήνο για επαγγελματικούς λόγους (2009-14).