Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος παρέδωσε στον εικαστικό Κώστα Τσόκλη το -«απαραίτητο για την απρόσκοπτη λειτουργία τού φερώνυμου μουσείου – νέο διοικητικό κέλυφός του» όπως είπε.

Ο πρόεδρος διευκρίνισε ότι δεν εγκαινιάζει -κατά κυριολεξία- το μουσείο. Υπενθύμισε ότι τα εγκαίνια είχε τελέσει ο προκάτοχός του Κάρολος Παπούλιας τον Μάϊο του 2011 και πως σήμερα το μουσείο «ολοκληρώνεται, αποκτώντας την απαραίτητη για τη λειτουργία του νομική μορφή του Δημοτικού Ιδρύματος, το οποίο θεσμοθετήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 46/2017».

Ο κ.Παυλόπουλος αναχώρησε από την Τήνο μετά από τη σχετική τελετή και γεύμα στην οικία τού καλλιτέχνη, στους χώρους τού μουσείου Τσόκλη και το χωριό Κάμπος, παρουσία τής υπουργού Πολιτισμού Λυδίας Κονιόρδου .

Στο επίκεντρο του χαιρετισμού τού προέδρου κατά την τελετή βρέθηκε ο κ.Τσόκλης προς τον οποίο ο κ.Παυλόπουλος ευχήθηκε «έρρωσο εν ειρήνη και δημιουργία». Πέραν αυτού, είπε:

Το «Μουσείο Κώστα Τσόκλη» είναι ένα γνησίως «Ζωντανό Μουσείο», το οποίο προσπαθεί, «εναγωνίως», να στεγάσει την προσωπικότητα και το έργο του Κώστα Τσόκλη. Χρησιμοποιώ τον όρο «εναγωνίως», επειδή η τέχνη του Κώστα Τσόκλη δεν χωράει εύκολα σε κανένα «καλούπι», ούτε καν μουσειακό, όντας εκ φύσεως διαδραστική. Δηλαδή τέχνη προορισμένη να επικοινωνεί με το θυμικό του θεατή, προκειμένου να ενεργοποιήσει την δημιουργικότητά του και, επέκεινα, να προκαλέσει την συμμετοχή του.

Η δομή του Μουσείου είναι οργανωμένη ώστε να στεγάζεται σ’ αυτό όχι μόνο το έργο αλλά, επιπλέον, ο βίος και η προσωπικότητα του Κώστα Τσόκλη, δοθέντος ότι το έργο του είναι η ζωή του και η ζωή του το έργο του, συνθέτοντας έτσι ένα πρωτόγνωρο σύμπλεγμα, του οποίου ο διαχωρισμός είναι εικαστικώς αδιανόητος. Πρόκειται για δομή που συντίθεται από τρεις, κατά βάση, ενότητες:

Η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στην «γενιά του ‘60». Είναι μια μορφή «φόρου τιμής» στους «άξιους φίλους» του Κώστα Τσόκλη, σ’ εκείνους που τον έζησαν από πολύ κοντά και τον επηρέασαν καταλυτικά, ιδίως δίνοντάς του το έναυσμα και την έμπνευση να σπάσει τα «ελληνικά στεγανά» και να βάλει πλώρη για τον ωκεανό της οικουμενικής τέχνης.

Η δεύτερη ενότητα -ένα είδος «γέφυρας» ανάμεσα στην πρώτη και την τρίτη- επιχειρεί να γράψει την «βιογραφία» του Κώστα Τσόκλη, αποτυπώνοντάς την στους μακρόστενους τοίχους που δίνουν την αίσθηση του απείρου και της συνακόλουθης αιωνιότητας. Την όλη σύνθεση της ενότητας συμπληρώνει ιδανικά η προβολή του «Οδοιπόρου».

Η τρίτη και τελευταία -πλην όμως αενάως ανακυκλούμενη λόγω της σχέσης της με τις δύο άλλες, όπως τονίσθηκε- ενότητα οδηγεί στην αναβίωση της «Απρονοησίας του Προμηθέα». Η φωτιά, που έφερε ο ημίθεος ως δώρο στον πάσχοντα Άνθρωπο, στον «εκλεκτό» του, κατακαίει τα πάντα, αναδημιουργώντας το δαντικό σκηνικό μιας άλλης «Κόλασης». «Κόλασης», την οποία βιώνει καθένας και όλοι μαζί, οι επισκέπτες, υπενθυμίζοντας την «κοινή μοίρα».

Το Μουσείο ολοκληρώνει «δοξαστικά» μια σκάλα που οδηγεί σε μιάν ακόμη αίθουσα, πιο ψηλά, παραπέμποντας κατά κάποιον τρόπο σε τόξα Καθολικού Καθεδρικού Ναού. Αίθουσα που φιλοξενεί αναφορές στην καλλιτεχνική επέμβαση «Αντανακλάσεις», τις οποίες διανθίζουν ακούσματα από κείμενα του Κώστα Τσόκλη.

«Όχι» τού «Κοινού»

Την αντίθεσή της στη σημερινή εξέλιξη εξέφρασε η δημοτική παράταξη «Κοινόν Τηνίων» με ανακοίνωσή της. Διαφωνεί με το περιεχόμενο του διατάγματος και απείχε από την τελετή, με σκοπό να κατακρίνει -όπως διευκρινίζεται- τον καλλιτέχνη. Η ανακοίνωση αποδίδει στον κ.Τσόκλη ότι προωθεί το έργο του «με χρήματα των δημοτών τής Τήνου και γενικά τού Δημοσίου και επωφελείται από τις προνομιακές σχέσεις του με το πολιτικό προσωπικό της χώρας».

Το «Κοινόν Τηνίων» διαφωνεί με την παραχώρηση χρήσης τού δημοτικού σχολείου Κάμπου από τον δήμο στο ίδρυμα του εικαστικού. Διαφωνεί και με την ετήσια επιδότηση του ιδρύματος από τον δήμο «με 25.000 €, ενώ η οικογένεια Τσόκλη θα εισφέρει ετησίως το πολύ 5.000 €, μόνο εφ’ όσον αυτό απαιτηθεί» καταπώς αναφέρεται στην ανακοίνωση της παράταξης.