Έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Παύλου Παναγιωτόπουλος (φωτό), ο Καπα-πής, ο Bar-Bar , ο Συν-πλήν-ιος. Αποδήμησε σε  ηλικία 82 ετών και θα κηδευθεί την ερχόμενη Παρασκευή από το πρώτο νεκροταφείο Αθηνών.

Ήταν γλωσσοπλάστης. Κειμενογράφος, κοσμικογράφος, ολίγον -όπως έλεγε- δημοσιογράφος, ραδιοπαραγωγός, επιθεωρησιογράφος, διαφημιστής. Και η…«Μεγάλη τού Γένους Χολή» όπως αυτοσαρκαζόταν αντί να επαίρεται για την (εξ)αιρετικότητά του. «Μη μεγαλοποιείς» απαντούσε στους επαίνους. «Εγώ δεν γράφω. Παίζω. Άντε, παιζο-γραφώ λίγο».

Ο βραβευμένος με το κρατικό βραβείο διηγήματος στα δεκαοκτώ του Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στην Τήνο. Εκεί τέλειωσε το σχολείο και μικρός έμαθε να κολυμπά ολοχρονίς. Τέλειωσε τη Νομική και μπήκε στον νεοπαγή τότε χώρο τής μεγάλης διαφήμισης, στις δημόσιες σχέσεις μεγάλων τραπεζών ή εταιριών τής εποχής και στη συγγραφή.

Γέμιζε τον κόσμο με κείμενα και λόγια πολύ πριν από το πρώτο βιβλίο του «Βαρβάρα, βίος και ξυ-πολυτεία» μέχρι μετά τις «Δέκα ζωές τής ζωής του», την τελευταία από τις οποίες εγκατέλειψε μόλις. Γέμιζε τον κόσμο με γέλιο, κυρίως πικρό γέλιο. Αλλά πηγαίο. Ο Συν-πλήν-ιος ήταν πηγή.

Από μικρός ήταν οξυδερκής γραφιάς. Είχε το χάρισμα να «ντύνει» τα κείμενα μ’ ελαφράδα για να μην τρομάξουν ο αναγνώστης (αργότερα και ο ακροατής) από το βάρος τού  στοχασμού του, από τον («προχώ» για την εποχή) σαρκασμό του για τα ήθη τού μικρού και του μεγάλου αστισμού κατά τις τέσσερεις τελευταίες δεκαετίες τού προγούμενου αιώνα.

Ο Bar Bar ήταν και χάρμα ακροάσθαι: Επικοινωνιακός με κάθε συνομιλητή, από τον λούμπεν στη φτωχογειτονιά μέχρι τον διανοούμενο στο Σύνταγμα, από τους μεγάλους των σαλονιών τής κοσμικής Αθήνας μέχρι (αληθινά) κορυφαίους πολιτικούς.

Ήταν πολύγλωσσος: «Μιλάω πέντε γλώσσες. Οι τρεις είναι στα ελληνικά» έλεγε. Και το εννοούσε. Τα «αποφταίγματά» του, οι συγκερασμοί των εννοιών, οι ατάκες του πάντα είχαν να «πουν» ακόμη και πολύ μετά από τον εντυπωσιασμό τής στιγμής. Αλησμόνητες για τους φίλους του ήταν οι βραδυές στο νεοκλασσικό στο κέντρο τής Αθήνας.

Μαθήματα γνώσεων, ήθους και απέχθειας για την ψευδοηθική και την υποκρισία ήταν οι συζητήσεις και η ανταλλαγή εμπειριών με τον κολλητό του ζωγράφο Αλέκο Φασιανό, τον Γιάννη Τσαρούχη και με τη «μεγάλη μόνη» τού σινεμά Σαπφώ Νοταρά, την «κυρία Κυρια-κή» τής τελευταίας ραδιοφωνικής παραγωγής του. Μαθήματα ήταν και οι  εικονικοί σπιρτόζικοι «καυγάδες» τους.

Αντι-κριτική

Ο Bar Bar δεν μένει πια εδώ…

Ο Παναγιωτόπουλος εργάσθηκε σε εφημερίδες και περισσότερο στο ραδιόφωνο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στους φιλολογικούς τόμους τής «Νέας Εστίας» και του «Εντευκτηρίου». Ήταν μέλος τής Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και της Εταιρείας Δημοσίων Σχέσεων.

Συνεργάσθηκε με τα περιοδικά Ταχυδρόμος, Οικονομικός Ταχυδρόμος και Ένα. Τα τελευταία χρόνια έδινε κείμενα σε life style εκδόσεις και  περιοδικά, προκαλώντας την κριτική φίλων του. Την προκαλούσε για να κάνει αντι-κριτική: «Το κάνω για τα λεφτά…τα οποία λεφτά, να ξέρεις, δεν τα δίνουν πια οι «σοβαροί»» έλεγε.

Κάποιος που γνώριζε τον Παναγιωτόπουλο θα έλεγε ότι πιο πιθανό  είναι να συνεργαζόταν με την έντυπη φτήνια για νάχει τη χαρά – να αντικρούει τα επιχειρήματα των φίλων με φοβερή πεζότητα και άγρια γλώσσα. Και με τρυφερότητα…Και με θλίψη για την πραγματικότητα.

Τώρα θα είναι αναπαυμένος, εάν βεβαίως είχε δίκιο όταν έγραφε πως «η ζωή τελειώνει με «ήτ(τ)α» και ο θάνατος αρχίζει με «θά«»…

Α.